Απόσπασμα του βιβλίου
 

Να είναι Άνοιξη, να πετάς με ένα Μιράζ πότε πάνω από τα κύματα σαν χελιδονόψαρο, πότε στα 20.000 πόδια και να έχεις μεθύσει από την ταχύτητα των ελιγμών που μόλις πριν λίγο πέτυχες στην συμβατική «επίθεση» κατά του εχθρού, να έχεις πάρει τα εύσημα του επικεφαλής Αρχηγού για την επιτυχία σου, να νοιώθεις να σε πλαντάζει ακόμα και μέσα στο κοκ-πιτ αυτό το συνταρακτικό γαλάζιο της Ελλάδας με την άνοιξη που βρίσκεται κάτω από την ματιά σου μέχρι το τέλος του ορίζοντα, να είσαι 29 χρονών και να συγκαταλέγεσαι ανάμεσα στους άριστους πιλότους της πατρίδας σου... ε! δεν είναι και λίγο πράγμα.

Μια μοναδική μέθη της νιότης στους αιθέρες…

Έριξε μια ματιά στο ταμπλό με τα όργανα που τα ήξερε τόσο καλά, σαν να είχε γεννηθεί μαζί τους -τέτοιο πάθος είχε με τα αεροπλάνα από παιδί- και είδε πως όλα πήγαιναν μια χαρά.

Αυτή η τρομερή μηχανή, ήταν στα χέρια του σαν ένα θηρίο, που μέχρι σήμερα δεν τον είχε ζορίσει ποτέ, θαρρείς και το πάθος του το καλοδεχόταν, και υπάκουε πειθήνια στα προστάγματα του, σαν ένα καλά εκπαιδευμένο, έστω και τρομερό σκυλί, ντρεσαρισμένο άριστα για το κυνήγι που προοριζόταν, ή σαν τις τίγρεις και τα λιοντάρια κάποιου τσίρκου που υπακούουν τέλεια στις διαταγές του θηριοδαμαστή τους.

Χαμογέλασε γιατί θυμήθηκε την μάνα του που πάντα έτρεμε όταν πετούσε και σταυροκοπιόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ για χάρη του.

«Μην φοβάσαι μάνα, της έλεγε, και είμαι σαν τον Μεγαλέξαντρο με τον Βουκεφάλα του! Όπως πήγε και εκείνον μέχρι την άκρη του κόσμου έτσι με πάει και μένα το αεροπλάνο μου. Και να είσαι σίγουρη πως θα γεράσω πάνω στη γη…»

Έκανε μια μεγάλη στροφή, και πήρε εντολή προς μεγάλη του λύπη να κατευθυνθεί για προσγείωση στο στρατιωτικό αεροδρόμιο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Πάντα ευχόταν να μην τελείωνε ποτέ η κάθε πτήση, μακάρι να μπορούσε να πετά για ώρες ατελείωτες στους αιθέρες και να μεθά από όλες αυτές τις μαζεμένες συγκινήσεις που γέμιζαν τα νεανικά του πλεμόνια, με αυτό τον διαρκή και ακαταπόνητο «έρωτα» του. Γιατί μέσα του, τίποτα και κανείς δεν συγκρινόταν με τούτο το πάθος που είχε για τούτες τις τρομερές μηχανές.

Ακόμα και οι δάσκαλοι της Σχολής του, είχαν μείνει κατάπληκτοι με αυτό το σπάνιο ταλέντο που είχε από την πρώτη ημέρα που είχε παρουσιαστεί -άριστος και πρώτος ανάμεσα στους συναδέλφους του- και από την μετέπειτα εξέλιξη και τις επιδόσεις του.

Ήταν γεννημένος πιλότος και ήταν προορισμένος να είναι πάντα άριστος.

Όλοι οι ανώτεροι του, συμφωνούσαν πως αποτελούσε ένα άριστο και ταυτόχρονα «μεταφυσικό» ταλέντο, μια βιολογική αλχημεία της οποίας την συνταγή κανείς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Τα χαρισματικά πλάσματα ποτέ δεν μπόρεσαν να ερμηνευτούν από κανέναν, έτσι και ο ίδιος άφηνε -έστω και εν αγνοία του- ένα αυλάκι θαυμασμού, ακόμα και στους ανωτέρους του, που άλλοι τον κανάκευαν σαν να ήταν παιδί τους, ή άλλοι με πολύ μέτρο για να καλύψουν αυτόν ακριβώς τον θαυμασμό τους, που σε ένα νεανικό μυαλό, μπορεί να ξεσηκώσει επικίνδυνη αλαζονεία.

Έκανε μια «μαλακή» προσγείωση λες και πρόσεχε ακόμα και τις ρόδες του Μιράζ να ακουμπήσουν απαλά στο έδαφος μπας και πληγωθούν από κανένα δυνατό τράνταγμα. Μονολογούσε σχεδόν ερωτικά λόγια μέσα στο πιλοτήριο, λες και αυτό το τέρας τον άκουγε και υπάκουε με θαυμαστό τρόπο στις εντολές του. Στον Πύργο Ελέγχου αλλά και στο Κέντρο Επιχειρήσεων, όλοι οι Επιτελείς που παρακολουθούσαν τις ασκήσεις, τον ήξεραν τόσο καλά που δεν τους έκανε ποτέ εντύπωση αυτοί οι «ερωτικοί» του μονόλογοι!

Έλα μανάρι μου εσύ… Έλα κουκλί μου... Μαλακά... μαλακά... ήρεμα κορίτσι μου... έτσι μπράβο μωρό μου... έλα μικρό μου... ακούμπησε... απαλά... τώρα...

Το αεροπλάνο έμοιαζε σαν να έκανε μια χορευτική φιγούρα και ακούμπησε τόσο μαλακά λες και δεν ήταν το μαχητικό τέρας μιας τρομερής πολεμικής μηχανής, αλλά μια αιθέρια μπαλαρίνα!

Καθώς ξεκούμπωνε την μάσκα από το πρόσωπο του, ένα πλατύ χαμόγελο είχε χαραχτεί στα χείλη του. Τα είχε πάει περισσότερο από καλά.

Βγήκε αγαλιασμένος από το αεροπλάνο, το χτύπησε μαλακά στα ρύγχος όλο τρυφερότητα, έτσι όπως κάνουν οι αναβάτες των αλόγων μετά από μια νικηφόρα κούρσα στον ιππόδρομο, και πήγε στο Διοικητήριο για την κριτική της άσκησης.

Δύο ώρες αργότερα έφτανε στο σπίτι του κάπου στο Παγκράτι, ένα κομψό και με πολύ γούστο διαμέρισμα όπου έμενε με την μητέρα του. Στην πόρτα τον υποδέχτηκε το αγαπημένο του κόλεϋ με πήδους και χαρούμενα γαυγίσματα. Αγκάλιασε τον Όσκαρ πρώτα και μετά την μητέρα του που βγήκε από την κουζίνα να τον αγκαλιάσει και αυτή, με την ματιά της γεμάτη ανακούφιση που τον ξανάβλεπε μπροστά της. Ήξερε την διαρκή αγωνία της γι’ αυτόν και δεν της παραπονιόταν πια. Δεν επρόκειτο να της αλλάξει μυαλά.

Όσο ο ίδιος θα πετούσε και όσο εκείνη θα ζούσε, η αγωνία της αυτή δεν επρόκειτο να διακοπεί ποτέ.

Θεσπέσιες μυρουδιές έβγαιναν ήδη από την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας και γέμισαν τα πλεμόνια και τα ρουθούνια του. Η πείνα τον έκανε να γρυλίσει σαν τον Όσκαρ! Χάρη στην μητέρα του, είχε μάθει να έχει φίνα γαστριμαργικά γούστα και μισούσε όλα αυτά τα «πλαστικά» όπως τα έλεγε, των φαστ φουντάδικων. Αντάλλαξε τα τυπικά τρυφερά λόγια μαζί της και μπήκε στο δωμάτιο του να κάνει ένα ντους και μετά να καθίσει στο τραπέζι να φάνε.

Το δωμάτιο του, ήταν μια μεγάλη, πολύ ευρύχωρη κρεβατοκάμαρα που την χρησιμοποιούσε άνετα και σαν γραφείο. Εδώ ήταν το δικό του βασίλειο που το μοίραζε με τον σκύλο του, τα βιβλία και τον πανάκριβο Η/Υ που πρόσφατα είχε αγοράσει με όλα τα αξεσουάρ! Σκάνερ, ζιπ, έγχρωμο εκτυπωτή, μόντεμ και όλα τα σχετικά. Ήταν φυσικό επόμενο, ένας νέος της εποχής του, να θεωρεί κάτι παραπάνω από απαραίτητο να είναι ενήμερος με όλα αυτά τα ηλεκτρονικά «παιχνίδια» που κάθε άλλο παρά παιχνίδια ήταν, να παρακολουθεί μέσα από τις ηλεκτρονικές διερευνήσεις του υπολογιστή του όλα τα διεθνή νέα που τον ενδιέφεραν μέσα από το Internet, άσε που λόγω και των σπουδών του, οι Η/Υ ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.

 
 
 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)