Απόσπασμα του βιβλίου
 

Οι τρεις άρχοντες, έμειναν λίγες ακόμα ημέρες κοντά στο σπήλαιο.

Πριν φύγουν, και μάλιστα βιαστικά και αιφνίδια, πήγαν να αποχαιρετήσουν με σεβασμό το βρέφος και τους γονείς Του. Ο μικρός Γκάμπυ δεν είχε λείψει ούτε στιγμή από κοντά τους. Στεκόταν λίγο παράμερα, έτοιμος να τρέξει σε όποια ανάγκη τους. Τους έφερνε καθημερινά φρέσκο γάλα και ότι φαγητό του έδινε η γυναίκα του Μπέν Ελιέζερ το έδινε στους φτωχούς αυτούς ανθρώπους ξεχνώντας την δική του ένδεια. Αλλά πράγμα περίεργο δεν ένοιωσε ούτε για μια στιγμή πείνα ή δίψα.

Με έκπληξη του είδε για άλλη μία φορά με πόση αγάπη και σεβασμό οι τρεις αυτοί γέροντες γονάτισαν μπροστά στην μητέρα και το βρέφος, και με πόση ακόμα μεγαλύτερη λατρεία, ζήτησαν να πάρουν στα χέρια τους το νεογέννητο και να το κρατήσουν με δάκρυα στα μάτια για λίγες στιγμές ο καθένας τους.

Σε τούτες τις λίγες ημέρες, τους είχε παρακολουθήσει, και με το μικρό του μυαλό είχε καταλάβει πως δεν ήταν τυχαίο ότι αυτοί οι άνθρωποι, όποιοι κι αν ήταν, όσα πλούτη κι αν είχαν, δεν θα ξεκίναγαν από τα τρία σημεία του κόσμου για να έρθουν στην Βηθλεέμ, χωρίς να υπάρχει κάποιος πολύ σοβαρός λόγος.

Ακόμα δεν έψαχνε μέσα στην καρδιά να καταλάβει ούτε και να ερμηνεύσει όλα όσα είχαν δει τα μάτια του, αλλά αυτό που ήξερε, ήταν πως μέσα του είχε χυθεί μια απέραντη γαλήνη, μια… μια τρυφερότητα και αγάπη για όλους και όλα.

Έρχονταν στιγμές που σαν περνούσαν από το μυαλό του κάποιες θύμησες, ένοιωθε ντροπή για τον εαυτό του και την συμπεριφορά του. Και όλα αυτά είχαν συμβεί έτσι ξαφνικά και μέσα από τα μάτια αυτού του μωρού που βρισκόταν αυτή την στιγμή στα χέρια του Γκάσπαρ…

Σαν απίθωσαν και πάλι στην αγκαλιά της μητέρας του το βρέφος, σηκώθηκαν και υποκλίθηκαν μπροστά της για άλλη μία φορά. Μετά στράφηκαν προς τον ίδιο και τον πλησίασαν. Αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή και μετά ο Βαλτάσαρ του είπε.

«Παιδί μου. Εμείς φεύγουμε για τις πατρίδες απ’ όπου ξεκινήσαμε, γιατί η αποστολή μας τελείωσε. Αυτό που θέλαμε να δούμε το είδαμε… Μα μένει ακόμα κάτι να κάνουμε ή μάλλον να κάνω.» Δίστασε για μια στιγμή σαν να σκεφτόταν αν έπρεπε να πει αυτό που είχε στο μυαλό του. Οι άλλοι δύο τον κοίταξαν με σημασία, και εκείνος συμπλήρωσε. «Θα ήθελα πριν φύγω να σου προτείνω να έρθεις μαζί μου… Θα σε κάνω παιδί μου και θα έχεις όλα τα καλά του κόσμου, γιατί η μοίρα σου είναι άλλη απ’ αυτή που νομίζεις. Μα είναι κάτι που πρέπει εσύ να αποφασίσεις με όλη σου την καρδιά…»

Ο μικρός βοσκός τα έχασε! Όλα μπορούσε να τ’ ακούσει, αλλά να φύγει με έναν βασιλιά και να γίνει και παιδί του, ούτε που μπορούσε να το φανταστεί!

Αλλά μήπως όλα όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες ημέρες μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως θα τα ζούσε..;

Και μετά… Κοίταξε το μωρό που βρισκόταν στην αγκαλιά της μητέρας του, κοίταξε την μορφή αυτής της γυναίκας που τον είχε μαγέψει με την απερίγραπτη ομορφιά της, μια μορφή που θα ήθελε να ήταν η μάνα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ ο ίδιος, και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.

«Όχι. Λυπάμαι πολύ αλλά δεν μπορώ να ακολουθήσω έναν τρανό βασιλιά σαν και σένα. Θα μείνω εδώ, και θα… και θα… υπηρετήσω αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους, όπου κι αν πάνε όπου κι αν βρεθούν. Θα μείνω κοντά σ’ αυτό το μωρό για πάντα…»

Στράφηκε και κοίταξε το νεογέννητο. Μέσα από τα βουρκωμένα μάτια του, μόλις που διέκρινε την μητέρα του να τον πλησιάζει και να απλώνει τα χέρια της επάνω του. Τον έκλεισε για ένα λεπτό στην αγκαλιά της, και παρακαλούσε μέσα του να μείνει εκεί για πάντα, να μην φύγει ποτέ μέσα απ’ αυτά τα χέρια που μύριζαν κέδρο και μόσχο, γιασεμί και ρόδα… Μετά του σήκωσε το πηγούνι και τον κοίταξε στα μάτια, ενώ ταυτόχρονα έβαζε στα χέρια του την καφίγια με την οποία είχε ντύσει πριν λίγες ημέρες το ολόγυμνο μωρό.

«Πάρε την πίσω και να θυμάσαι πως ήσουν ο πρώτος άνθρωπος στην γη που σκέπασε το παιδί μου… Να έχεις την ευλογία του Άγιου Θεού και να ακολουθήσεις τον καλόν αυτόν άνθρωπο που σου ζητά να πας μαζί του...»

Άπλωσε το κρινένιο χεράκι της πάνω στο βρεγμένο του μάγουλο και σκούπισε με την παλάμη της τα δάκρυα του που κυλούσαν ασταμάτητα στα μάγουλα του.

«Σ’ ευχαριστώ που μας φρόντισες όλες αυτές τις ημέρες…» πρόσθεσε με σιγανή φωνή και δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ…» Του φάνηκε πως σαν να τόνισε την τελευταία λέξη, αλλά ήταν πολύ συγκινημένος για να είναι σίγουρος.

«Μα εγώ θέλω… θέλω να μείνω κοντά του.» μπόρεσε να ψελλίσει δείχνοντας το μωρό στην άλλη άκρη της σπηλιάς, εκεί που κοιμόταν μακάριο και από πάνω του ανάσαιναν στοργικά τα γελάδια, ο γαϊδαράκος και οι κατσίκες. «Θα κάνω ότι μου πείτε και δεν θα σας κουράσω ποτέ… θέλω να γίνω υπηρέτης και προστάτης του…» πρόσθεσε με παράπονο. «Τίποτε άλλο δεν θέλω…» Η γυναίκα τον κοίταξε με απέραντη τρυφερότητα και του φάνηκε πως αυτή την φορά η φωνή της είχε μια σκιά μελαγχολίας.

«Ο γυιός μου έχει παιδί μου την δική του πορεία και εσύ την δική σου… Πήγαινε με τον Βαλτάσαρ, και να είσαι σίγουρος πως πάντα θα υπηρετείς το παιδί μου και εκείνο πάντα θα είναι στην καρδιά σου… Και που ξέρεις…; Μπορεί να ξαναβρεθείτε μιαν άλλη ημέρα…»

Τον κρατούσε τρυφερά πάντα από τους ώμους, σαν να ήθελε να του δώσει δύναμη στην απόφαση του. Και ο μικρός κατάλαβε πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πήγε μονάχα πάνω από το κοιμισμένο μωρό για άλλη μία φορά και το κοίταξε καλά, σαν να ήθελε να αποτυπώσει την μορφή του μέσα στην καρδιά του με ανεξίτηλο χρώμα, έτσι που να μην την ξεχάσει ποτέ και άφησε ένα απαλό φιλί στα πόδια Του…

… … …

Πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια από τότε που ο μικρός βοσκός, έφυγε από την γη της Βηθλεέμ και ακολούθησε τον σοφό Βαλτάσαρ στην μακρινή του πατρίδα. Εκεί έζησε σαν αληθινός πρίγκιπας, μα πάνω απ’ όλα σπούδασε και έμαθε όλη την σοφία του θετού του πατέρα, που ήταν πολύ πιο πολύτιμη από τα αμύθητα πλούτη που του κληρονόμησε σαν ήρθε η στιγμή να κάνει ο Βαλτάσαρ το στερνό του ταξίδι σε βαθειά γεράματα.

Ο Γκάμπυ τον είχε φροντίσει όλα αυτά τα χρόνια σαν να ήταν αληθινός του πατέρας, γιατί από εκείνες τις συνταρακτικές ημέρες που έζησε στην Βηθλεέμ, δεν ήταν πια ο ίδιος παλιός μικρός βοσκός που κανένας δεν τον έκανε παρέα, κανένας δεν τον αγαπούσε και κανένας δεν νοιαζόταν γι’ αυτόν. Είχε περάσει πια ο καιρός που ο ίδιος δεν αγαπούσε κανέναν, που ένοιωθε να μισεί όλο τον κόσμο, που πετροβολούσε ανθρώπους και ζώα, που ζούσε σαν ένα αγρίμι και μισό. Εκείνο το μαγικό αστέρι και ένα μωρουδίστικο χαμόγελο, δύο χεράκια που απλώθηκαν στο πρόσωπο του, ήταν ικανά να τον αλλάξουν για πάντα. Και ένα ακόμα κρινένιο χέρι που πάντα είχε την αίσθηση της αφής του στα μάγουλα του -και που πάντα νοσταλγούσε- όλα αυτά και άλλα πολλά που μονάχα η καρδιά του θυμόταν και γνώριζε, τον είχαν κάνει έναν άλλο άνθρωπο.

Και εδώ στην μακρινή αυτή χώρα που έζησε τόσα πολλά χρόνια, όλοι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν, γιατί εκτός από γυιός του Βαλτάσαρ, είχε γίνει και ο ίδιος ένας πολύ σοφός και έντιμος άνθρωπος, μα κύρια ένας πραγματικός φιλάνθρωπος.

 
 
 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)