Απόσπασμα του βιβλίου
 

25 και πλέον χρόνια μετά.

Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του νότιου Ινδικού και του Ειρηνικού, έστελναν αδιάκοπα μηνύματα για τον τυφώνα που είχε ξεκινήσει ανοιχτά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια βορειοδυτικά, για να καταλήξει σε μια δυτική πορεία, μπαίνοντας στο νότιο Ινδικό.

Όσα σκάφη βρίσκονταν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά -από τα χιλιάδες που είναι διάσπαρτα σε τούτες τις θάλασσες- έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.

Όσα βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, ήταν αδύνατον ν’ αλλάξουν πορεία, και το μόνο που ήλπιζαν οι καπεταναίοι, ήταν να μην βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση κατά τον ποιο τρελό τρόπο. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε νοτιοδυτικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.

Στην ερμητικά κλεισμένη γέφυρα του φορτηγού «Φιλιάντρα» νηολογίου Παναμά, ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν όρθιος και κρατούσε σταθερά το πηδάλιο ήταν ο Μιχάλης ο Αγκάς από την Πάρο -σωστό θαλασσόσκυλο- και δίπλα του ατάραχος ο καπετάνιος του πλοίου, μια που το υπόλοιπο πλήρωμα βρισκόταν στα υποφράγματα του, τεζαρισμένο από την ναυτία.

Μονάχα ο ασυρματιστής βρισκόταν -κι’ αυτός ξαπλωμένος στο μικρό δωματιάκι δίπλα στην γέφυρα όπου ήταν και ο ασύρματος- κοντά τους, για να παίρνει τα μηνύματα από τον ασύρματο και να ενημερώνει τον Καπετάν Λένη σχετικά με την πορεία τούτου του τρισκατάρατου τυφώνα που τους ταλαιπωρούσε μία ολάκερη εβδομάδα.

Σχεδόν τρία μερόνυχτα τώρα, ο Καπετάν Λένης με τον Μιχάλη στέκονταν οι δυό τους ξάγρυπνοι κρατώντας εναλλάξ το πηδάλιο του πλοίου, έχοντας φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής τους, μα δεν ήταν και δυνατόν το πλοίο να μείνει ακυβέρνητο.

Με μεγάλη σύνεση, ο Καπετάνιος είχε ξεφύγει αρκετά από την προβλεπόμενη πορεία που έπρεπε να είχε ακολουθήσει, αλλά τούτος ο διαολεμένος τυφώνας τον είχε αναγκάσει ν’ ακολουθεί παράλληλη πορεία προς την δική του, έχοντας τον συνεχώς στο πλάι -υφιστάμενος ένα τρομαχτικό μπότζι- αντί να τον έχει κατάπλωρα, πράγμα που θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για το πλοίο, το φορτίο και το πλήρωμα του.

Ο ασύρματος δεν έπαυσε να λαμβάνει σήματα για τις απίστευτες καταστροφές που είχε επιφέρει ετούτο το κακό απ’ όπου κι αν είχε περάσει, για τα αμέτρητα ψαροκάικα αλλά και μεγαλύτερα σκάφη που είχαν βουλιάξει αύτανδρα σαν ήρθαν αντιμέτωπα με τον καταστροφικότερο τυφώνα που είχε σημειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, μα και τις απίστευτες καταστροφές που είχε επιφέρει σε χιλιάδες παράλια χωριά και πολιτείες απ’ όπου τέλος πάντων είχε περάσει το θηριώδες μένος του.

Ο Καπετάν Λένης είχε αντιμετωπίσει στην ζωή του αμέτρητες φουρτούνες και καταιγίδες, και είχε μάθει να μην κοντράρει τα στοιχειά της φύσεως. Έτρεφε γενικά έναν βαθύ σεβασμό απέναντι τους, όπως έτρεφε έναν μυστηριακό σεβασμό απέναντι στην ίδια την θάλασσα. Ήξερε πως εκεί που κάθεται ξαπλωμένη μπροστά στα μάτια σου σαν χαυνωμένη γυναίκα μετά από απίστευτες ερωτικές νύχτες, εκεί οργίζεται στα καλά του καθουμένου -ίδια καπριτσιόζα Σουλτάνα- και ξεσπά την οργή της με πελώρια κύματα που πέφτουν καταπάνω σου μανιασμένα, λες και θέλει να σε διαλύσει, να σε καταπιεί μέσα στην αβυσσαλέα της όρεξη. Ήξερε ακόμη πως όσοι έδειξαν αποκοτιά και δεν υπολόγισαν την δύναμη της και την δύναμη των στοιχειών που την ακολουθούν, το είχαν πληρώσει ακριβά.

Ο Καπετάν Λένης δεν ήταν από δαύτους.

Αντίθετα, γνώριζε πώς να μανουβράρει τα σκαριά που είχε κατά καιρούς στην δούλεψη του, με τρόπο γνήσια ναυτικό, που σημαίνει με σωφροσύνη, σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Δεν έκανε παλαβομάρες έχοντας συναίσθηση των ευθυνών που είχε απέναντι στους πλοιοκτήτες και την Εταιρεία για την οποία δούλευε. Από την άλλη όμως, είχε και τρομερή εμπιστοσύνη σε τούτο το σκάφος που το είχε δει να χτίζεται στα ναυπηγεία της Αγγλίας με εκείνο το παραδοσιακό μεράκι των Βρετανών ναυπηγών, όπου το κάθε πριτσίνι στις λαμαρίνες, κάθε σύνδεσμος στα εσώτερα έγκατα τούτου του σκάφους είχαν γίνει με περίσσεια φροντίδα και έτσι γνώριζε πολύ καλά, πως με σώφρονα κυβέρνηση αυτό το σκαρί μπορούσε να αντέξει κάθε καιρό -ακόμα και έναν τυφώνα- αν δεν έκανε ο ίδιος καμιά παλαβομάρα. Μονάχα καμιά τορπίλη θα μπορούσε να το λαβώσει θανάσιμα, αλλά ο πόλεμος είχε τελειώσει προ πολλού και οι «Λύκοι του Νταίνιτς»[1] είχαν προ πολλού σιγήσει…

Το «Φιλιάντρα» -που είχε πάρει το όνομα της πανέμορφης γυναίκας του Έλληνα πλοιοκτήτη- από το δοκιμαστικό του πρώτο ταξίδι μέχρι σήμερα, πράγματι είχε ανταποκριθεί στις απαιτήσεις όλων των καιρών, χωρίς κανένα πρόβλημα. Ακόμα και με τούτο τον διαβολόκαιρο που τους ταλάνιζε τόσες ημέρες δεν είχε ακουστεί ούτε ο παραμικρός τριγμός στο σκαρί ή στ’ αμπάρια του. Και το τιμόνι «άκουε» υπάκουα στον τρυφερό σχεδόν χειρισμό που του έκαναν οι δυό θαλασσόλυκοι που το κρατούσαν εναλλάξ τούτες τις ώρες.

Από την ψηλή πολυθρόνα που βρισκόταν δίπλα στην πλαϊνή μπουκαπόρτα της γέφυρας, ο Καπετάν Λένης με τα μάτια στυλωμένα κατάπλωρα λες και ήθελαν να διασχίσουν αυτό το φονικό νέφος της βροχής που έπεφτε αδιάκοπα δεκαπέντε τόσες ώρες, περίμενε υπομονετικά το παρήγορο φως της ημέρας, αλλά έριχνε που και που ματιές στον Μιχάλη μπας και καταλάβει την παραμικρή κόπωση επάνω του, για να τον αντικαταστήσει αμέσως στο πηδάλιο, για να πάρει ο πιστός του ναύτης κι αυτός έναν υπνάκο πάνω στην ίδια πολυθρόνα.

Άναψε την πίπα του που είχε απομείνει σβηστή αρκετή ώρα ανάμεσα στα δόντια του, και ξανάριξε μια ματιά προς την μεριά του φωτεινού καντράν της πυξίδας, που αντανακλούσε στο πρόσωπο του τιμονιέρη.

Ο Μιχάλης ήταν νέο παιδί ακόμα, γύρω στα 22-23, μα ψημένο στην θάλασσα από πιτσιρίκος που τον είχε ο πατέρας του βοηθό στο ψαροκάικο που είχαν στην Πάρο, και έτσι ήξερε την θάλασσα σαν την παλάμη του, ακριβώς όπως και ο ίδιος σαν είχε πρωτομπαρκάρει, παρά την πείρα που είχε- σαν απλός ναύτης σε ένα φορτηγό -«Άγιος Νικόλας» λεγόταν και δεν το ξέχασε ποτές του- τότε που αποφάσισε να φύγει από το νησί…

Του φάνηκε αιώνας από τότε που έκανε το πρώτο του μπάρκο, αφήνοντας πίσω του το νησί, τον παππού και την γιαγιά του. Κανένας από τους δύο δεν του είχε φέρει αντίσταση στην απόφαση του να φύγει από το νησί και να ταξιδέψει. Κανένας γνήσιος ναυτικός δεν είχε «στεριώσει» για πολύ τα πόδια του πάνω στην ξηρά. Και ο Λένης ήταν από δέκα γενιές απόγονος ναυτικών. Στις φλέβες του έτρεχε θαλασσινό νερό και όχι αίμα.

Έτσι του είχε πει κάποτε η γιαγιά του όταν μικρό παιδάκι ακόμα, έπιασε για πρώτη φορά την λαγουδέρα της σκούνας τους.

Πως θα μπορούσε λοιπόν να μείνει στο νησί της γιαγιάς Ουρανίας;

Βεβαίως θα μπορούσε να κρατήσει το σκαρί τους, να ψαρεύει στο Αιγαίο και να κάνει ένα νοικοκυρεμένο βιός.

Μα έλα που αυτό δεν του έφτανε!

Μα έλα που οι διηγήσεις των άλλων ναυτικών στην Σμύρνη -ιδίως των παλαίμαχων- του είχαν ξεσηκώσει τα μυαλά και -εκτός από την Μαγδαληνή- δεν ονειρευόταν τίποτε άλλο παρά εξωτικούς τόπους, υπέροχες γυναίκες, νησιά και λιμάνια παραμυθένια, γλέντια σε μεθυστικές παραλίες γεμάτες μπαχάρια, αρώματα και πολύτιμα πετράδια…

Μα τότε η Μαγδαληνή δεν υπήρχε πια στην ζωή του.

 

[1] «Λύκοι του Νταίνιτς»= Τα Γερμανικά υποβρύχια «τσέπης» που είχε χρησιμοποιήσει και ναυπηγήσει ο Ναύαρχος Νταίνιτς για τις τρομερές ομαδικές επιθέσεις τους κατά το Συμμαχικών κομβόϋς στην διάρκεια του Β! Παγκοσμίου πολέμου.

 
 
 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)