Απόσπασμα του βιβλίου
 

Έγινα λοιπόν ένα νούμερο! Το 117. Πιο βολικό, εδώ που τα λέμε, από τον αριθμό της ταυτότητας μου. Σκέψου να έπρεπε να σε φωνάζουν κάθε φορά που θα σε ζητούσαν... «Να έρθει ο ΖΗΤΑ ΔΕΛΤΑ 3210985»! Περιεργάζομαι απ' έξω αυτό το νούμερο 117. Δεν τολμώ να περάσω ακόμα το άνοιγμα της πόρτας, θαρρείς κι αν έκανα το μοιραίο αυτό βήμα και έμπαινα μέσα θα ήταν σαν να έμπαινα μέσα στον τάφο μου, όπου δεν θα ξανάβγαινα ποτέ.

Αποφασίζω στο τέλος να κάνω αυτό το βήμα. Τίποτα δεν γίνεται!

Μου έπεσαν μονάχα οι κουβέρτες και τα άλλα συμπράγκαλα από τα χέρια. Πέφτει και η καραβάνα. Κυλάει στο τσιμεντένιο πάτωμα, και η τενεκεδένια της ηχώ αντιλαλεί υπόκωφα σε τούτο τον τεράστιο χώρο σαν παράφωνη διαμαρτυρία. Μαζεύω από κάτω μηχανικά τα «πράγματα» μου. Έχω μπει στο 117.

Έγινα λοιπόν ένα νούμερο! Ασυναίσθητα μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, όπου οι Εβραίοι είχαν, όπως και οι τσιγγάνοι, οι ομοφυλόφιλοι και τα άλλα «παράσιτα» του Τρίτου Ράιχ από έναν αριθμό τατουάζ στο χέρι. Μπορεί να μην έχω τατουάζ, αλλά εκείνος μου το είπε ξεκάθαρα. Μ' αυτόν τον αριθμό θα με φωνάζουν απ' εδώ και πέρα. Δεν έχω ούτε όνομα ούτε επώνυμο ούτε τίποτα. Είμαι ένα σκέτο νούμερο, που δεν έχει και κανένα απολύτως αντίκρισμα...

Ένα μακρόστενο δωμάτιο μ’ ένα παράθυρο ψηλά, γεμάτο ατσάλινα κάγκελα. Ένα σιδερένιο κρεβάτι δεξιά και ένα αριστερά, αλλά «ακατοίκητο» ακόμα. Δεξιά στον τοίχο ένα μικρό λαβομάνο και δίπλα ακριβώς μια λεκάνη αποχωρητηρίου «οθωμανικού» τύπου. Η «παρουσία» προηγουμένων ενοίκων έχει αφήσει τα αποξεραμένα της σημάδια γύρω γύρω. Η βρώμα είναι αφόρητη όσο και η απελπισία. Πνίγομαι κι από τα δυο. Πετώ τα πράγματα μου πάνω στο ένα κρεβάτι και σωριάζομαι πάνω τους σαν χάρτινος πύργος. Δίπλα, το τελευταίο έπιπλο του κελιού: ένα σιδερένιο τραπεζάκι, γεμάτο κι αυτό λέρα, χαρακιές και σκουριά. Πάνω του αφημένο ένα αυτοσχέδιο «τασάκι», φτιαγμένο από ασημόχαρτο σιγαρέτων. Η γόπα του προηγούμενου ενοίκου έχει μείνει μέσα, και από το μέγεθος καταλαβαίνω τη βιασύνη του φευγιού του. Έχω αρχίσει κιόλας να μαθαίνω απίθανα πράγματα, από απίθανα μικροπράγματα και λεπτομέρειες, που θα χρειάζονταν να έχω κάνει ειδικές σπουδές στην εγκληματολογία ή κάτι ανάλογο...

Κουκουβιάζομαι πάνω στα λερά μου υπάρχοντα και κοιτώ αποχαυνωμένος γύρω.

Αυτό ε δ ώ είναι η κατάντια και το τέλος αυτής της φαρσοκωμωδίας που μου έπαιξε η μοίρα. Χώνω το κεφάλι στα μαζεμένα γόνατα, για να μη βλέπω όλη αυτή τη δυσωδία, αυτόν τον ξεπεσμό, για ένα άγνωστο έγκλημα που φαίνεται πως έχω κάνει, χωρίς να το έχω κάνει... Σκέφτομαι πού θα έπρεπε να ήμουν κανονικά αυτή την ώρα, τι θα έκανα και ποιους θα έβλεπα. Σκέφτομαι το σπιτάκι μου, τα καθαρά μου σεντόνια, το φαγάκι μου, τον περιπτερά μου, τον «Κεραμίδα»... Ακόμα και η ελευθερία της μιζέριας που ζούσα μέχρι χθες, και μόλις τώρα αντιλαμβανόμουν, είχε εν τούτοις μια διάσταση και μιαν αξία ανεκτίμητη: αυτή της ελευθερίας...

Πνίγομαι σ’ ένα ατελείωτο κλάμα, που κανείς δεν ακούει και κανείς δεν βλέπει. Τότε συνειδητοποιώ για πρώτη φορά πως αυτές τις τελευταίες μέρες είχα «μάθει» να κλαίω και απίστευτα αποθέματα δακρύων ξεχύνονται από τα μάτια, σαν να είναι η λίμνη της Βόλβης ή του Μαραθώνα. Ίσως να «έμαθα» τι θα πει κάτι που δεν ήξερα τόσα χρόνια... Και δεν αισθάνομαι καμιά ντροπή.

Από το παράθυρο, χιμά μια κραυγή από πολλά στόματα κάπου απ’ όξω.
- Γκόοολ!... Σας γαμήσαμε, μαλάκες!...
Μένω ασάλευτος στην ίδια θέση και η ποδοσφαιρική αυτή ιαχή με σκεπάζει σαν πάχνη, που πλαντάζει ακόμα περισσότερο τη μοναξιά.

Δεν ξέρω πόσες ώρες πέρασαν. Ίσως αιώνες. Πού και πού φτάνουν στ’ αυτιά μου ήχοι μακρινοί σαν βροντές που ξεσπούν σε μιαν άλλη γη. Φωνές, παραγγέλματα, κραυγές που μοιάζουν με βρυχηθμούς άγριων θηρίων. Κάπου σ' αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε και που μοιάζει με ξεχασμένο σκοτάδι, θυμάμαι πως κάποιος μπήκε στο κελί. Μ’ ένα σιδερένιο ραβδί χτύπησε τα κάγκελα του παράθυρου με δύναμη. Ψάχνει να βρει μπας και λιμάρισα τα σίδερα για να δραπετεύσω! Μέσα στη δίνη του μυαλού, φάνηκε τόσο εξωπραγματικό αυτό όσο και ακατανόητο. Ο ίδιος ούτε που μου έδωσε σημασία. Βρόντηξε πίσω του την πόρτα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμενε διαρκώς ανοιχτή, διπλοκλείδωσε και μετά πάλι σιωπή. Ήταν καιρός να μάθω ακόμα, ανάμεσα στα άλλα, πόσο πονάν τα κλειδιά των φυλακών καθώς γυρίζουν και σφαλίζουν τις σιδερένιες πόρτες.

Ο απόηχος τους μοιάζει με μιαν αλλόφρονα κραυγή στο κενό, στο τίποτα.

Τα φώτα έσβησαν και μόνο ένα πράσινο φωτάκι έστελνε από κάπου ψηλά ένα χλωμό φως, που έκανε το χώρο να μοιάζει με διαστημικό θάλαμο, όπου τα πάντα αιωρούνται υλικά και άυλα: κουβέρτες, καραβάνες, απελπισία, μπόχα, κλάμα, ακόμα και η μοναξιά. Οι ώρες περνούν και μέσα στην απόλυτη σιωπή ο χρόνος έχει σταθεί μετέωρος και ακίνητος. Κάπου ακούστηκε το αλύχτισμα σκυλιού.

Ανακάθισα. Γύρω απέραντη σιγή.

Εκείνο το πράσινο μάτι -«φως ελέγχου» το λένε- με παρακολουθεί, μου κάνει μάγια και με υπνωτίζει. Ίσως να γίνω βάτραχος, σκέφτομαι. Τόσο το καλύτερο. Τουλάχιστον θα κοάζω κατ’ ανάγκην και θα μπορώ ν’ ακούω τουλάχιστον τη φωνή μου. Όπως εκείνο το φριχτό βράδυ με τους πράσινους εφιάλτες...

Είμαι παγωμένος και ο τρόμος αυτής της νύχτας με πλαντάζει. Έχω παραισθήσεις. Για μια στιγμή δεν ξέρω αν με έφεραν ή αν ήρθα μονάχος. Φαντάζομαι πως βρίσκομαι σε κάποιο κελί μελλοθανάτων και πως γίνομαι ξαφνικά αόρατος και διάφανος, πράγμα που με βοηθά να εξαφανιστώ από τα μάτια των δεσμοφυλάκων μου. Ύστερα συνέρχομαι και μετά πέφτω σε βαθύ λήθαργο. Ο χρόνος μοιάζει να μην υπάρχει. Έχει γίνει ένα με αυτή τη βουβαμάρα, την απανθρωπιά που με πνίγει, την παγωνιά που κοκαλώνει τα τρίσβαθα σου...

Από την τουαλέτα έρχεται μια απαίσια βρώμα από πουρί, παλιά κόπρανα και κατρουλιά. Το πράσινο μάτι κάνει σουρεαλιστικά σχέδια με τη βρώμα του λαβομάνου. Έχω γίνει μια άμορφη μάζα με όλα αυτά τα πράσινα σχέδια και τις αναθυμιάσεις, που μου έρχεται αναγούλα. Κάποια στιγμή, κάποιος περνά απ’ έξω και ανοίγει με θόρυβο το μικρό παραθυράκι. Δυο μάτια απλανή με κοιτούν, μπας και το ‘σκασα ή κρεμάστηκα. Το ξανακλείνει, αφήνοντας πίσω του μιαν οσμή αδιαφορίας που με βλέπει τόσες ώρες ακίνητο στην ίδια στάση και θέση.

Κοιτώ προς το σιδερόφρακτο παράθυρο. Πρέπει να ξημερώνει. Ουρανός μαβής, φραγγελωμένος από σίδερο και λαμαρίνες. Το αγιάζι που διαπερνά τους τοίχους της φυλακής με κάνει να ζαρώσω και νιώθω το πετσί μου σαν της αράχνης. Απ' το ψηλό ταβάνι, σαν σταλακτίτες, κρέμεται η μυρωδιά του πράσινου θανάτου. Δεν είχα φανταστεί ποτέ πως οι τάφοι είναι πράσινοι στο εσωτερικό τους.
Είναι και ο τρόμος, που σε πλαντάζει...

Όχι! Δεν έκλαψα άλλο. Δεν ούρλιαξα. Δεν χτύπησα την πόρτα να μου ανοίξουν. Ποιος στ’ αλήθεια ν’ ακούσει τη φωνή μου; Οι νεκροθάφτες δεν άκουσαν ποτέ τους πεθαμένους να φωνάζουν. Πάνε απλώς στην κοντινή ταβέρνα και πίνουν το κρασάκι τους και δεν πολυσκοτίζονται. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Από το ισόγειο φτάνει μέχρι το μπαλκόνι ένα απόμακρο γέλιο, θα πρέπει να θυμηθώ και να ρωτήσω αν οι νεκροί επιτρέπεται να γελούν. Βεβαίως θα ρωτήσω «με τον προσήκοντα σεβασμόν», μην και ταράξω το ήρεμο μεγαλείο των δεσμοφυλάκων.

Μα ήταν γέλιο ή κραυγή;

Προσοχή! Εδώ έχουμε κανονισμούς. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ!

Υπάρχεις, γιατί τελείς υπό απαγόρευση.

 
 
 
 
         
     
 
 
 
Σχεδιασμός και Δημιουργία: Άρκεσις - Φιλοξενία Ιστοσελίδων: Ματιά (www.matia.gr)